Εκδόσεις: Διόπτρα
⭐️4/5
Παρίσι, 1940. Τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν πάνω από τη Γαλλία την εποχή που η Ροζαλία Σεφεριάδη αναζητά τον αγαπημένο της Ανατόλ Κοβάλσκι που έχει εξαφανιστεί. Σύντομα θα μάθει πως πίσω από την εικόνα του διάσημου μαέστρου κρύβεται ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επουλώσει τις κρυφές πληγές του παρελθόντος.
Παλεύοντας να επιβιώσει σε μια αφιλόξενη για ανύπαντρες μητέρες εποχή, η Ροζαλία δέχεται να γίνει η Χάννα Λαρούζ, σύζηγος του Γαλλοεβραίου ζωγράφου Ζαν Πιερ. Αυτή η απόφαση, σαν το πρώτο πλακάκι ενός ντόμινο, θα την οδηγήσει πρώτα στο κρεβάτι του Γερμανού ταγματάρχη Μαξ Μάισνερ κι έπειτα στο πορνείο και στην ορχήστρα γυναικών στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
Καθώς η αυτοθυσία εναλλάσσεται με την προδοσία, η αλήθεια με το ψέμα και η εξιλέωση με την ταπείνωση, τα όρια του μυαλού και του κορμιού της δοκιμάζονται και η διπλή απώλεια που θα υποστεί θα τη στοιχειώσει για πάντα.
Η μοίρα εξαντλεί τη σκληρότητά της, αρπάζοντας όσα της είχε χαρίσει.
Συνέχεια του πρώτου βιβλίου η Ροζαλία εξακολουθεί να μου είναι αντιπαθής καθώς για ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου μου φαίνεται σαν να σκέφτεται μόνο τον εαυτό της. Αυτό αλλάζει όταν αρχίζει να αυτοθυσιάζεται για να προστατέψει τόσο τον Ζαν Πιερ όσο και τον μικρό Ανατόλ.
Ο Ζαν Πιερ, αχ αυτός ο Ζαν Πιερ. Με κούρασε λίγο με την ηττοπάθεια του και το μπεκρούλιασμά του για μια αγάπη μονόπλευρη, ώσπου να γίνει η αποκάλυψη και να καταλάβω τον λόγω που τον έριξε τόσο ψυχολογικά και τον γέμισε τύψεις, κι εγώ νόμιζα πως ήταν που έχασε την έμπνευσή του.
Καταλήγοντας στο Άουσβιτς η Ροζαλία προτίμησε να γίνει η πρώτη πόρνη του πορνείου που ετοιμάζαν οι Ες Ες παρά να τους χαρίσει την μουσική της. Τι να πω δεν είμαι καλλιτεχνική φύση και μάλλον αυτό δεν θα το καταλάβω ποτέ. Πραγματικά την συμπάθησα μόνο προς το τέλος του βιβλίου που έκανε ότι χρειαζόταν και ότι περνούσε από το χέρι της για να προστατέψει τον μικρό της. Την πόνεσα σαν μάνα και την λυπήθηκε η ψυχή μου.
Πραγματικά πολύ ωραίο βιβλίο που μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, το τελείωσα πολύ γρήγορα και εύκολα. Για το μόνο ίσως που έχω μια ένσταση είναι για το ότι επιμένει η συγγραφέας να επαναλαμβάνει σε μερικά μακροσκελή σημεία περιγραφές καταστάσεων, ανθρώπων και συναισθημάτων. Οκ αν το διαβάσαμε ήδη μια φορά το καταλάβαμε δεν νομίζω πως χρειάζεται να διαβάζω για το ίδιο συναίσθημα 5 φορές από 1-2 σελίδες την κάθε φορά. Ωστόσο, αυτή η μικρή παρατήρηση δεν στάθηκε αρκετή για να μου μειώσει το ενδιαφέρον και να θελήσω να σταματήσω ίσως την ανάγνωση της ιστορίας της. Ομολογουμένως μου άρεσε πολύ περισσότερο από το πρώτο βιβλίο της σειράς "Θεοί από στάχτη". Πάμε για το τρίτο λοιπόν.


